Saturday, May 02, 2015

Jeff Hanneman - Evil Notes and Sad Riffs


Δημοσιεύτηκε στο Metal Hammer Απριλίου 2013.

Στις 2 Μαίου, Μεγάλη Πέμπτη, πέθανε ο Jeff Hanneman. O «Χανεμάνδρας» όπως τον αποκαλούσε ο μεγάλος αδερφός, βαθιά βλαμμένος, όπως και ο μεγάλος ξάδερφος με τους Slayer. Μοναδική περίπτωση μπάντας, κινητήρια δύναμη της οποίας υπήρξαν οι μοχθηρές νότες και τα θλιμμένα ριφ του ξανθού. Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται μια σφαιρική ματιά στον μουσικό - και όχι μόνο - βίο ενός εκ των τριών σπουδαιοτέρων riffmeisters στην ιστορία του thrash metal.

Πριν λίγο χάζευα ένα βιντεάκι στο YouTube. Λεγόταν “Kerry King Guitar Lesson – Riffs of Doom”, ενώ στους τίτλους στην εισαγωγή αναφερόταν ακόμα πιο αποπροσανατολιστικά ως “4 riffs of doom from Kerry King”. Ασχέτως της άκυρης χρήσης της λέξης «μάθημα», αυτό που μου έκανε αλγεινή εντύπωση είναι ότι όλα τα riff ήταν του Jeff Hanneman. Κανένα credit πουθενά, στα όρια του ανάποδου θα έλεγα. Λογικό όμως. Στην συνείδηση του κόσμου δεν υπάρχει Jeff Hanneman – σκέτο. Υπάρχει το δίδυμο δέος του Kerry King, οι δύο κιθαρίστες του σεβάσμιου ονόματος των fucking SLAYER. Πάντα ακούγονταν φωνές για την συνεισφορά του Jeff συγκεκριμένα, ποτέ όμως εμφατικά και απόλυτα, αν και αυτό προβλέπω να αλλάζει. Καιρός είναι επιτέλους να ειπωθούν απόλυτα, μιας και τα δεδομένα είναι αμείλικτα. Γιατί είναι όντως αμείλικτη η λίστα με τα πιο σημαντικά κομμάτια των Slayer, την οποία παρουσιάζω εδώ και θεωρώ ότι θα δυσκολευτεί πολύ κάποιος να φέρει αντίρρηση ως προς την σύνθεσή της, πολύ περισσότερο δε, για το συμπέρασμα που προκύπτει. Όλα φέρουν την υπογραφή του Jeff Hanneman (και μόνο σε τέσσερα από τα 15 συμμετέχει ο King). Εστιάζω στην χρυσή εποχή της μπάντας (ορίζεται βολικά ως «η εποχή που ο Kerry King είχε μαλλιά» - έως και το Decade of Aggression δηλαδή του 1991) γιατί εκεί είναι αναμφισβήτητα η καρδιά της ακμής και επιρροής τους. Ρίξτε μια ματιά:

  • Black Magic (Hanneman/King)
  • Die by the Sword
  • Chemical Warfare (Hanneman/King)
  • Hell Awaits (Hanneman/King)
  • At Dawn they Sleep
  • Angel of Death
  • Altar of Sacrifice
  • Postmortem
  • Raining Blood
  • South of Heaven
  • Mandatory Suicide (Hanneman/King)
  • War Ensemble
  • Blood Red (αυτό για πάρτη του Καραολίδη μόνο!)
  • Dead Skin Mask
  • Seasons in the Abyss

Παρατήρηση πρώτη: Η τριάδα που ορίζει την μπάντα ανά την Υφήλιο (Angel of Death, Raining Blood, South of Heaven) έχει γραφτεί από τον Jeff Hanneman.

Παρατήρηση δεύτερη: Οι γνώστες υποστηρίζουν ότι και τα κομμάτια που φέρουν το όνομα του King, κατά βάσην αποτελούν συνθέσεις του Jeff, ως προς την ουσία τους. Είτε μιλάμε για την εφιαλτική αρμονία του Mandatory Suicide είτε το opening riff του Black Magic, ενώ την πατρότητα του Hell Awaits διεκδίκησε μόνος του ο ίδιος ο Hanneman.

Παρατήρηση τρίτη και συμπερασματική: Ο Jeff Hanneman ήταν οι Slayer. Εντάξει, αυτό είναι μισή αλήθεια και βαρύς ο λόγος. Η μπάντα πάντα θα είναι αυτοί οι τέσσερις και δεν μπορεί να ειπωθεί για τους Slayer ότι ένας άνθρωπος είναι ο ιθύνων νους, όπως λέμε Mille Petrozza ή Dave Mustaine. Ο θρόνος του Thrash Metal ανήκει στους Slayer, την μπάντα. Είναι σκαλισμένος στην πέτρα και η πλάτη του είναι ένας αετός που στο κέντρο φέρει το λογότυπο με τα τέσσερα σπαθιά (το πέμπτο κάπου παραδίπλα στάζει αίμα). Αν πρέπει να κάτσει ένα άτομο όμως σε αυτόν τον θρόνο, δεν υπάρχει ΚΑΜΙΑ απολύτως αμφιβολία ότι αυτός είναι ο Jeff Hanneman.Αν δεν υπήρχαν τα δικά του τραγούδια, δεν θα υπήρχε τίποτα από όλα αυτά. Κοιτάξτε κάθε κομμάτι της λίστας ξεχωριστά, ένα-ένα και σκεφτείτε αφενός μεν τι σημαίνουν για τους Slayer και αφετέρου δε τι αντίκτυπο και εκτόπισμα έχουν στο metal και την σύγχρονη μουσική γενικότερα.

Διάβαζα τις προάλλες για ένα underground drum n’ bass σκηνικό, όπου κάτι DJηδες στήσανε το “Angel of Theft”, ένα drum n’ bass track που βασίζεται σε δυο riff, των Angel of Death και Raining Blood (ναι, αυτά τα δύο συγκεκριμένα που σκέφτηκες). O Καναδός DJ είχε παρελθόν με το metal, του έμεινε η καύλα για τους Slayer (λογικό), τους έβαλε στον Βραζιλιάνο φίλο του, κόλλησε απευθείας κι αυτός και κάπως έτσι το σκαρώσανε. Ένα βράδυ, στο Commodore Ballroom στο Vancouver, το έπαιξαν στον κόσμο, για την φάση. Έγινε αυτό που φαντάζεστε: Σφαγή από κάτω, οι drum n’ bass θαμώνες ανοίξανε mosh pit και φεύγανε παπούτσια. Μετά έμεινε εσαεί στο playlist. Οι DJs είχαν μόνο ατελείωτο respect για τους Slayer.

Αντίστοιχο respect έπεσε από τους Public Enemy, την τεράστια αυτή hip-hop μπάντα, οι οποίοι παίρνουν την γέφυρα του Angel of Death και την κάνουν χαλί στο “She Watch Channel Zero?!”. Ο Mike Patton υποστηρίζει on camera ότι δεν εμπιστεύεται άνθρωπο που δεν ακούει Slayer. Το Officer Down των Stampin’ Ground που ανοίγει pits με το καλημέρα προσκυνάει και αυτό την γέφυρα του Angel of Death. Το Dark Intentions των The Haunted ομολογεί τον Χανεμανισμό . Η αλλαγή στο “Deicide” και ολόκληρο το death metal σύμπαν οφείλουν στον Jeff. Οι Slipknot και οι System of a Down. Μέχρι και ο Leif Edling στο υπερέπος Embracing the Styx, εμπνέεται από τον Jeff Hanneman. Και η Tori Amos, Jeff Hanneman έπαιζε (περίπου) στο πιάνο. Ας ειπωθεί επιτέλους: Αυτό που ο κόσμος ονομάζει Slayerικό ριφ, αυτό που έκλεψαν όλοι, Σουηδοί και Αμερικάνοι και Έλληνες, είναι ουσιαστικά το Hanneman riff. Αυτή η μουσική που σφαλιάρισε τον πλανήτη, παίχτηκε μεν από τους Slayer, γράφτηκε δε από τον Jeff Hanneman.

Μουσική παιδεία και όραμα

Πώς προέκυψε αυτή η μοναδικότητα είναι μεγάλη ιστορία και δύσκολο να αναλύσεις τον παράγοντα ταλέντο. Ο ίδιος ο Hanneman απλώς δήλωνε ότι σιχαίνεται την χαρούμενη μουσική, την αισιοδοξία και όλα αυτά, τον έκαναν να βαριέται θανάσιμα, όπως ακριβώς το γεγονός ότι στο μπάσκετ δεν επιτρέπεται να κατεβάσεις την μούρη του αντιπάλου ας πούμε. Μεγαλώνοντας την δεκαετία του ‘70, ο μικρός Jeff είχε προτίμηση στους Led Zeppelin, Aerosmith και Jeff Beck. Αργότερα βρήκε τους Judas Priest και τους Iron Maiden αλλά σύντομα, στην αρχή της νέας δεκαετίας, ανακάλυψε το νέο του πάθος. Το hardcore punk, ειδικά αυτό της ευρύτερης περιοχής της California για την εποχή που μιλάμε: Dead Kennedys, Black Flag, T.S.O.L., The Germs, Circle Gerks και βέβαια τους κατοπινούς φίλους D.R.I. Την εποχή που γνώρισε τον Kerry King και τον Dave Lombardo ο Jeff ήταν ένας 17χρονος πάνκης, κομπλέ με ξυρισμένο κεφάλι. Έχει γραφτεί κατά κόρον πώς το thrash metal είναι fusion του punk και του (NWOB) Heavy Metal. Βεβαίως οι Motorhead και οι Venom είναι απαραίτητα σκαλοπάτια αλλά πουθενά δεν είναι πιο σαφής και γλαφυρή η ιστορική πραγματικότητα, όσο στην περίπτωση των αρχετυπικών Slayer και συγκεκριμένα του Jeff Hanneman. Αυτός είναι που πήρε τον Lombardo με το απίθανο (εννοώ improbable) μουσικό υπόβαθρο (KISS, disco και Led Zeppelin!) και τον έμπασε στον χώρο του punk και του ανελέητου χτυπήματος, που τόσο αποθέωσε στην καριέρα του. Η αγάπη του Hanneman για το punk είναι καταγεγραμμένη, ξεκινώντας από τα λογότυπα στην κιθάρα του (με τους Dead Kennedys να ξεχωρίζουν) μέχρι την punk μπάντα Pap Smear που είχε με τους Rocky George (τεράστιος κιθαρίστας των Suicidal Tendencies) και τον Dave Lombardo. Η μπάντα αυτή τελικά διαλύθηκε μετά την συμβουλή του Rick Rubin για το καλό των Slayer και η κληρονομιά της βρίσκεται στο Undisputed Attitude, μαζί με την αποτύπωση βεβαίως της punk συμβολής στο όραμα της μπάντας. Αξίζει να αναφερθεί όμως και η συμβολή των Slayer ώστε να κάνει φουλ κύκλο η επιρροή. Πολλές μπάντες που ξεκίνησαν ως hardcore το γύρισαν σε πολύ πιο metal πράγματα μετά την επαφή με τους Slayer και τον ήχο τους, ιδιαίτερα δε από το 1986 και μετά. Ρωτήστε και τους D.R.I.

Αυτό πάντως που ενδιέφερε τον Jeff Hanneman να παίξει, δεν ήταν punk. Του άρεσε η βία και η ταχύτητα, το punk attitude στην μουσική, αλλά δεν τον ενδιέφερε να παίζει απλά ακόρντα και με απλές punk δομές. «Ήθελα να έχω την ταχύτητα και την ενέργεια που έβγαζε το πανκ αλλά όχι με σκέτα ακόρντα, ήθελα και ωραία heavy riffs.» Μουσική γεμάτη “evil notes and sad riffs”, όπως το περιέγραψε ο ίδιος τόσο πετυχημένα. Αυτό δεν έγινε αμέσως και δεν έγινε και έγινε και τόσο ενσυνειδήτως. Όταν ο ξυρισμένος πάνκης έμπαινε στην μπάντα, έπαιζε κιθάρα λίγους μήνες μόνο, σε αντίθεση με τον χρόνια έμπειρο Kerry King. Πείσμωσε και αποφάσισε να εντατικοποιήσει την μελέτη στο όργανο. Γρήγορα κατέληξε ότι δεν τον ενδιέφερε να γίνει βιρτουόζος σολίστας και ακολούθησε τον δικό του δρόμο. Τα άλματα στην τεχνική του εντυπωσίασαν όλους τους γύρω του και πάρα πολύ σύντομα (σε διάστημα μηνών) ήταν σε θέση να εντυπωσιάζει τον Bill Metoyer με την υπόλοιπη μπάντα και το σφιχτό δέσιμό τους κατά τις ηχογραφήσεις του Show No Mercy. Από εκεί και πέρα, μέχρι και το Seasons in the Abyss, η μπάντα στον τομέα του σεβαστικού thrash metal, έπαιζε με αντίπαλο μόνο τον εαυτό της, ανεξαρτήτως εμπορικής επιτυχίας στα περίεργα εκείνα χρόνια. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι Slayer την εποχή του “Seasons…” πουλούσαν τους λιγότερους δίσκους από όλους τους Big 4 (ναι, και από τους Anthrax) και από την άλλη πουλούσαν περισσότερα εισιτήρια στις αρένες και εμφατικά εκτόπιζαν κάθε μπάντα με την οποία περιόδευαν, στην σκηνή και στις πωλήσεις του merchandise. Συμπεριλαμβανομένων των Megadeth και Anthrax στο Clash of the Titans. Και παρόλο που όπως είπαμε, η συνθετική υπεροχή του Hanneman είναι ξώφθαλμη αν το ψάξεις λίγο, η προβολή του ήταν ελάχιστη και ο κόσμος ήξερε λίγα πράγματα για την ζωή του, πέραν του ότι είχε μια μάλλον ενοχλητική εμμονή με τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο άνθρωπος

Σίγουρα πάντως καμία όρεξη δεν είχε να μιλάει σε δημοσιογράφους για τον εαυτό του. «Δεν παίρνω τίποτα από την διαδικασία, δεν μαθαίνω κάτι, δεν ακούω μια αστεία ιστορία, μιλάω για μένα και αυτό είναι βαρετό». Μακράν ο πιο δυσεύρετος από τους τέσσερις για την συνέντευξη, «ο πιο ερημίτης όλων» κατά τον Araya: “Jeff doesn’t like all this shit”, έλεγε σε μια συνέντευξη το 1991. Η έκδηλη βαρεμάρα του για τα θέματα promotion της μπάντας, καθώς και το ελαφρώς διεστραμμένο χιούμορ του, έβγαζαν ένα αντικοινωνικό προφίλ, ιδιαίτερα διογκωμένο στα 80s λόγω της εμμονής που λέγαμε. Μάλιστα, πριν ο Kerry King μεταμορφωθεί σε 90ς redneck bulldog και πάρει το βραβείο σπίτι, ο Jeff δεν ήταν απαραίτητα και ο πιο συμπαθής κιθαρίστας της μπάντας. Και αυτό γιατί αντί να μείνει στην συνείδηση του κόσμου για τη μουσική του Angel of Death, έμεινε πολύ περισσότερο για τους στίχους του και για τις αντίστοιχες παρεξηγήσεις.

The nazi shit

Αυτός ήταν που κατεξοχήν κουβάλαγε όλο εκείνο το ναζί σκηνικό στο artwork και την θεματολογία της μπάντας, καθώς και έφερε ναζιστικά σύμβολα στο πέτσινό του (σβάστικας συμπεριλαμβανομένης). Όσο cool και να ήταν η Slaytanic Wehrmacht μπλούζα, έφερνε άβολους συνειρμούς. Ήταν και ξανθός-ξανθός, Γερμανικής καταγωγής… «Άσε ρε με τα φασισταριά» ήταν μια ατάκα που θα άκουγες από κόσμο που κατέληγε εύκολα σε συμπεράσματα ή εν πάση περιπτώσει δεν συγχωρούσε ελαφρότητες με το θέμα. Ο ίδιος και η μπάντα, σταθερά αρνούνταν τις κατηγορίες, λέγοντας ότι απλώς περιγράφουν. «Δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να λέω εγώ πόσο κακός είναι ο Josef Mengele, είναι προφανές, όπως και μια ταινία που αναπαριστά κάτι κακό».

Η αλήθεια για το θέμα είναι ότι ο πατέρας του Jeff, ήταν βετεράνος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, είχε πολεμήσει μάλιστα στην Νορμανδία και πριν πετάξει κάτι ναζιστικά μετάλλια που είχε βρει τον καιρό της θητείας του, ρώτησε τον γιο μήπως τα θέλει; Ο γιος φυσικά και τα ήθελε και ξεκίνησε την συλλογή του. Συχνά στο οικογενειακό τραπέζι άκουγε ιστορίες από τον πόλεμο, είτε του πατέρα του, είτε των δύο μεγαλύτερων αδελφών του, που είχαν πολεμήσει στο Βιετνάμ, πράγμα που προφανώς επηρέασε αργότερα τις στιχουργικές του προτιμήσεις. Επίσης έβλεπαν συχνά ταινίες με πολεμικό περιεχόμενο και είχαν χόμπυ τον μοντελισμό, αεροπλανάκια και τανκς, τέτοια πράγματα. Όταν γνώρισε τον Lemmy, αντιλαμβάνεστε ότι τα βρήκαν θαυμάσια σαν συλλέκτες. Εν τέλει, η ναζιστική θεματολογία που υπάρχει στα τραγούδια τους (Angel of Death, Behind the Crooked Cross, SS-3 κλπ…) ήταν απλώς άλλο ένα αρρωστημένο και επικίνδυνο αντικείμενο για να κουμπώσει στην ακραία μουσική της μπάντας. Ξεκινώντας από τον σατανά και τον αντίχριστο και όλα τα πατροπαράδοτα σοκαριστικά των Venom και Mercyful Fate, στην αναζήτηση για νέες ομορφιές όπως τους νεκρόφιλους, τι πιο λογικό από τα βιβλία ιστορίας γεμάτα περιστατικά απόλυτης φρίκης που διάβαζε μανιωδώς ο Jeff; Πάντως, καταθέτω την υποψία μου ότι βασικός υπεύθυνος για την αμφιβολία «μήπως τα γουστάρουν αυτά που λένε ρε;» είναι ο Tom Araya. Όταν τραγουδάς τόσο σατανικά σαρδόνια (τον βλέπεις να χαμογελά όταν τα λέει) αυτούς τους στίχους… Όσο να’ναι σκιάζεσαι κάπως. Δεν θα κλάψουμε κιόλας για την παρεξήγηση όμως, «τους καημένους τους Slayer τους κατηγόρησαν για φασίστες». Ο ίδιος ο Hanneman έλεγε, «ξέρεις, εγώ πιστεύω πως μας έκανε πολύ καλό αυτή η ιστορία. Ο κόσμος πίστευε ότι ήμασταν πραγματικά πολύ πιο κακοί και σκοτεινοί από ότι είμαστε πραγματικά σαν άνθρωποι».

Πράγματι, πάνω στην σκηνή η μπάντα έβγαζε μίσος και άκρατη ενέργεια προς τα έξω. Το ίδιο και ο Jeff, με το ασταμάτητο headbanging του, πάντοτε απολαμβάνοντας τα riff του. Μετά, άδειος και ανακουφισμένος από το ξέσπασμα, πήγαινε να χαζέψει τα αγαπημένα του σπορ (hockey και αμερικάνικο «ποδόσφαιρο»)και να πιει καμιά μπύρα, ένας απλός, ευχάριστος τύπος. Αυτός ο ξανθός 20χρονος, με μια μπύρα στο χέρι, που αναφωνεί “Did you get that? Bravo!”και γελώντας χειροκροτάει τον Lombardo που τσακώνει το μπέικον με το στόμα που κάποιος εκσφενδόνισε κατά την διάρκεια συνέντευξης το 1985. O τύπος που γελάει όταν περιγράφει τα διάφορα που του πασάρουν κατά καιρούς οι πειραγμένοι οπαδοί της μπάντας: «Σου φέρνουν έναν ανάποδο σταυρό με διάφορα σκατά πάνω… νομίζεις ότι θα βάλω αυτό το πράγμα σπίτι μου; Δεν νομίζω, χαχα!» Ο τύπος που σιχαινόταν τα ταξίδια και προτιμούσε την θαλπωρή του σπιτιού του. Αλλά και ο Jeff Hanneman που κλαίει στην αγκαλιά του Robb Flynn σε μια στιγμή αδυναμίας και ανασφάλειας, όταν το 1995 φοβόταν για την ικανότητά του να παίξει μετά από κάποια προβλήματα που είχε στους καρπούς. Αναζητήστε το κείμενο του Flynn για τον Jeff, αξίζει πραγματικά τον κόπο (το αυτό ισχύει για το κείμενο του Alex Skolnick για μια σοβαρή μουσικολογική ανάλυση της προσφοράς του). Αν πάντως ένα παροδικό πρόβλημα στους καρπούς τον έφερνε σε τέτοια κατάσταση, είναι πολύ εύλογος ο συνειρμός ότι η τεράστια ζημιά που υπέστη το χέρι του μετά τον ιό και τις εγχειρήσεις, πρέπει να τον κατέβαλλε και να τον έσπρωξε ακόμα βαθύτερα στις καταχρήσεις.

Το τέλος

Το Φεβρουάριο του 2011 ανακοινώθηκε το πρόβλημα υγείας του Jeff. Είχε προσβληθεί από τον ιό Necrotizing fasciitis, μετά από τσίμπημα αράχνης, όπως είναι τουλάχιστον η επίσημη εκδοχή, η οποία έχει πάντως αμφισβητηθεί αρκετά στο παρασκήνιο. Στις 23 Απριλίου ο κόσμος είδε με τα μάτια του το μέγεθος της ζημιάς, όταν ανέβηκε να παίξει δύο κομμάτια με την μπάντα, με γυμνωμένο το δεξί του μπράτσο.

Αυτή ήταν και η τελευταία ζωντανή εμφάνιση του Jeff Hanneman. Ο Tom Araya και ο Kerry King ανέφεραν πως ήταν διακαής επιθυμία του Jeff να ξανανέβει στην σκηνή, παρόλο που οι ίδιοι είχαν τις επιφυλάξεις τους κατά πόσον μπορούσε να ανταπεξέλθει. Τελικά βγήκε μόνο στο encore, παίζοντας τα δικά του South of Heaven και Angel of Death για τελευταία φορά στην ζωή του μπροστά σε κόσμο και επέστρεψε στην αφάνεια, αποκομμένος από την μπάντα. Μετά από ακόμα πιο έντονη απουσία από τα κοινά και ενώ ο αντικαταστάτης Gary Holt έβγαζε μια αύρα «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού», στις 2 Μαΐου του 2013, Μεγάλη Πέμπτη, η είδηση ήρθε εντελώς αναπάντεχα. Θάνατος από βλάβη στο συκώτι. Όλοι, εκτός λίγων, σοκαρίστηκαν, απλά γιατί πίστευαν ότι ακόμα και αν δεν ξαναέπαιζε σε επαγγελματικό επίπεδο, όπως υποπτεύονταν αρκετοί, είχε τουλάχιστον ξεπεράσει τον κίνδυνο του φονικού ιού. Την ίδια μέρα όμως, ειπώθηκαν κάποια πράγματα, από άτομα κοντά στην μπάντα, για το πρόβλημα που είχε ο Jeff με το αλκοόλ και το οποίο είχε επιδεινωθεί τον τελευταίο καιρό. Η βλάβη στο συκώτι έλεγαν πιθανότατα είναι κίρρωση και δεν οφείλεται στον ιό, πράγμα που επιβεβαιώθηκε λίγες μέρες αργότερα και επίσημα. Βεβαίως, η ζημιά που έκανε στο χέρι του ο καταστρεπτικός ιός προφανώς εκτεινόταν και πέρα από το χέρι του, στην ψυχολογία του. Αλλά τώρα μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν για το πώς αισθανόταν τον τελευταίο καιρό της ζωής του ένας άνθρωπος που ανέκαθεν δεν ήταν και ο πιο εκδηλωτικός . Σημειώνω όμως την αρνητική εντύπωση που προκάλεσε στον περισσότερο κόσμο η αποστασιοποιημένη και μπλαζέ αντιμετώπιση του θέματος από τον Kerry King, με βεβαρυμένο το μητρώο του ήδη από την περίπτωση Lombardo. Λίγη σημασία έχουν αυτά όμως πια.

Ο Jeff Hanneman, στα 49 μόλις χρόνια έφυγε από την ζωή. Μαζί του και το μυστικό, αρρωστημένα απολαυστικό συστατικό των Slayer.

R.I.P. Jeff Hanneman. R.I.P. Slayer.

The songs

Δεν θα σταθούμε πολύ στο Show No Mercy, κι ας είναι το όνομα του Jeff σε κάθε κομμάτι πλην των Evil Has No Boundaries και του ομώνυμου. Τα περισσότερα κομμάτια είναι γραμένα μαζί με τον Kerry King. Εδώ, ο άγουρος Hanneman, με μόνο 2 χρόνια εμπειρίας στο όργανο, συνεργάζεται στενά με τον Kerry και μαθαίνει από αυτόν. Φυσικά, το ταλέντο δεν κρύβεται, είτε στην επιθετική μαυρίλα του opening riff του Black Magic (ολοφάνερα Jeff), είτε στο αιώνια άψογο Die by the Sword (στο Live Undead η απόλυτη εκτέλεσή του) και τα κλασσικά Fight Till Death και Tormentor που αποτελούν αποκλειστικά δικές του συνθέσεις.

Το πράγμα αρχίζει και γίνεται πιο σαφές στο Hell Awaits. Πέραν του ομώνυμου που η πιάτσα βοά ότι το ζουμί του ανήκει στον Jeff, υπάρχει το At Dawn They Sleep με το Hanneman riff να δεσπόζει και να στρογγυλοκάθεται στην τριάδα της κορυφής αυτού του τιτάνιου δίσκου. O οποίος επίσης φέρει παντού το όνομα του Hanneman στις συνθέσεις, πλην του Praise of Death. Ολοδικά του, εκτός από το At Dawn they Sleep και τα Necrophiliac και Hardening of the Arteries. Είναι δίκαιο να πούμε πάντως, ότι στην ανίερη δισκογραφία στην Metal Blade (Live Undead εννοείται συμπεριλαμβανομένου και λιωμένου), προς τα έξω τουλάχιστον δεν βγαίνει μια Hanneman κυριαρχία. Όλα αυτά θα αλλάξουν, όπως και η ιστορία άλλωστε, στο Reign in Blood.

Angel of Death και Raining Blood: Οι κορωνίδες του thrash metal και η επισφράγιση της βασιλείας της μπάντας. Απόλυτα τέλεια, απόλυτα αξεπέραστα, απόλυτα διαχρονικά, απόλυτα επιδραστικά. Από εκείνες τις στιγμές που η μουσική παύει πια να είναι η ίδια, παραμένοντας όμως τόσο συγκλονιστικά άμεσα ΓΑΜΑΤΗ που και ο τελευταίος άνιωθος "gets it". Δια χειρός Jeff Hanneman αμφότερα. Μόνο αυτά τα δύο κομμάτια αρκούν για να μπάσουν τον συνθέτη τους στο πάνθεον των Μεγάλων. Η πιο συγκλονιστική διαπίστωση όμως είναι ότι πρόκειται για την κορυφή του παγόβουνου στην συνολική παρακαταθήκη του.

Altar of Sacrifice: Enter to the realm of Hanneman. Αρχετυπικό thrash metal, από το είδος που αντιγράφηκε κατά κόρον από άπειρες thrash μπάντες και αντιγράφεται μέχρι σήμερα. Κλασσικό Hanneman ριφ. Επιθετικότητα και ταχύτητα στο τέρμα, πραγματικά ανελέητο, με τις εναλλαγές των riff να κλέβουν την παράσταση.

Postmortem: Στους άνιωθους φλώρους που ισχυρίζονται ότι το Reign in Blood είναι δυο κομμάτια δίσκος, η πρώτη κίνηση είναι να τους πεις ότι δεν έχει υπάρξει αξιότερο κομμάτι από το Postmortem να προλογίσει το Raining Blood. Στο τυχερό αυτί που θα ακούσει τον δίσκο χωρίς να έχει ακούσει τα σουξέ πριν, δεν γίνεται να μην τον σκίσει το υπερ-heavy groove του κουπλέ και το speed φρενοκομείο της γέφυρας. Και σκεφτείτε τι θα πάθει μόλις ακουστούν οι βροντές. Do you wanna die?

South of Heaven: Tα RiB άσματα έληξαν τον αγώνα δρόμου ταχύτητας που έκαιγε στο thrash. Και πιο γρήγορα να έπαιζες (καθόλου εύκολο) πώς μπορείς να κοιτάξεις στα μάτια αυτό που ακολουθεί εκείνα τα εφιαλτικά "τα τα τα" του Lombardo; Ο Jeff Hanneman παρέχει την απάντηση με αυτό το riff-ορισμό του evil. Με έναν εκνευριστικά συνεπές τρόπο η μπάντα σε στέλνει για κακά σου με το που ακουμπάει η βελόνα το βινύλιο. Ένα riff τόσο συγκλονιστικά ψαρωτικό που έκανε ακόμα και αυτόν τον Dave Mustaine στο απόγειο της κοσμάρας του, να σταματήσει απότομα να φλερτάρει με κάτι γυναίκες και να στρέψει το βλέμμα του στην σκηνή του Clash of the Titans, όπου οι Slayer για άλλο ένα βράδυ έστειλαν τους λοιπούς Τιτάνες να διεκδικήσουν το αργυρό.

Mandatory Suicide: Το δεύτερο καλύτερο κομμάτι του δίσκου αν με ρωτήσετε και νομίζω πως ανήκω στην πλειοψηφία. Αν και συμμετέχει συνθετικά ο King, στο κομμάτι δεσπόζει και εδώ το Hanneman riff, αυτό που έκανε άπαντες να ψελλίζουν «μόνο οι Slayer αυτό το πράγμα…» Εφιαλτικά υπέροχο. Ο δίσκος ήταν διχαστικός, με στιγμές υποδεέστερες (και μια αχρείαστη διασκευή σε Priest – οι Forbidden τους εξέθεσαν αργότερα) αλλά δεν παύει να είναι ο αγαπημένος πολλών. Γραμμένος εξ ολοκλήρου από τον Hanneman, εκτός από τρία κομμάτια που βοήθησε και ο King.

War Ensemble: Άλλο ένα κομμάτι που απλά δεν γίνεται να απουσιάζει από τον κατάλογο με τα σημαντικότερα κομμάτια της μπάντας. Έμπασε άπειρο κόσμο στο σύμπαν τους με τα εφιαλτικά γεμίσματα του Lombardo στην εισαγωγή, την κραυγή “WAAAAR!” του Araya στην μέση αλλά κυρίως γιατί αποτελεί έναν thrash metal ύμνο αντάξιο της κλάσης Hanneman.

Blood Red: Δεν είναι απαραιτήτως ένα από τα πιο τεράστια κομμάτια τους, παρόλο που είναι αδιαπραγμάτευτο αριστούργημα. Το συμπεριλαμβάνω μόνο γιατί είναι τόσο χαρακτηριστικά Χανεμανικό εκτός από άψογο και γιατί είναι το κομμάτι που έκανε τον Χάρη Καραολίδη να δει το σκότος το αληθινό.

Dead Skin Mask: Η κόλαση του South of Heaven στο υπόγειο της Σιωπής των Αμνών. Άγνωστο πώς, ο Jeff Hanneman επαναλαμβάνει τον θρίαμβό του με ένα κομμάτι αριστούργημα. Αργό, σκοτεινό και ψυχικά άρρωστο, ποτέ δεν διανοείσαι να σκεφτείς ότι το Hanneman riff είναι «μανιέρα». Αντιθέτως, αυτό το κλίμα που αποτυπώνεται στο αριστουργηματικό εξώφυλλο, βγαίνει από τις νότες. Μόνο οι Slayer λέμε…

Seasons in the Abyss: Οι ραδιοφωνικοί, λέει, Slayer. Ο Jeff Hanneman όμως μισούσε είπαμε την χαρούμενη, αισιόδοξη μουσική, θανάσιμα βαρετή στα αυτιά του. Εδώ βρίσκονται τα θλιμμένα riff που για δύο Σαμπαθικά θα λέγαμε λεπτά υπνωτίζουν τον ακροατή μέχρι το φοβερό κουπλέ που οδηγεί στην εθιστική μελωδία του ρεφρέν. Άψογο κομμάτι και δείγμα ότι αν ήθελαν μπορούσαν να παίξουν σπουδαία μπάλα στα νέα σαλόνια των 90s. Προτίμησαν την ωμή και ξερή βία.

Μετά την φυγή του Lombardo και την πορεία στα 90s, εγώ έχασα την πίστη μου στην μπάντα, ειδικά μετά το άστοχο Diabolus in Musica, το οποίο θεωρώ και το ναδίρ της καριέρας του Jeff Hanneman (και αντιστοίχως της μπάντας), μιας και είναι το άλμπουμ που έχει γράψει αποκλειστικά μόνος του, εκτός από ένα κομμάτι. Από εκεί και πέρα, κάποιος φανατικός Slayerάς ίσως υποστηρίξει ότι ο Hanneman δεν το έχασε ποτέ το χάρισμα, αναφέροντας το “Disciple”, με το εμβληματικό “God hates us all!” ρεφρέν ή το “Psychopathy Red”. Δεν τo είπαμε πως έχει γράψει τα πάντα;

Υστερόγραφο

10 Φεβρουαρίου 2011 (δημοσιεύτηκε 2 μέρες πριν το τσίμπημα της αράχνης)
Ιn a recent interview with Australia's Loud magazine, King was asked why he thinks SLAYER has outlasted so many other artists. "Well, the front three people never changed, and I think that's important," he replied. "You've gotta have a nucleus of people where you never wonder who is going to be onstage. As far as a band thing, I think that's important. I don't mean that as a shot on MEGADETH, but at the end of the day, MEGADETH is Dave Mustaine and that's it. It's whoever Dave decides to play with on this record."

He continued, "Could you imagine watching SLAYER without me, Jeff or Tom? It just couldn't happen! That's something to be said there, 'cause we're all irreplaceable.

"The last few years I've noticed people in bands are almost interchangeable. I've seen some of my friends stay home because their wives were going to have a baby and they'd have somebody replace them when they play live, and I think… how can you fuckin' do that?"